H Ελληνική Πρωτοπορία Της Εξάπλωσης Του Τσιγάρου.

Μια «Διαφορετική» προσέγγιση στην Ιστορία του Ελληνικού τσιγάρου.
Η χρήση του καπνού είναι βεβαίως παμπάλαια, αλλά του τσιγάρου θεωρείται νεότερη και συνδέεται –όπως θα διαβάσετε στην έρευνα αυτή– με τους Έλληνες!
Η επινόηση του τσιγάρου αποδίδεται σε Αιγύπτιο στρατιώτη του Ιμπραήμ πασά. Σε μια εκστρατεία, στα 1832, αφού είχαν καταστραφεί τα τσιμπούκια που χρησιμοποιούσαν για τον καπνό, τον τοποθέτησε σε ένα άδειο χάρτινο φισέκι. Άναψε, ρούφηξε και έμεινε ικανοποιημένος…

14079649_850491495085178_4235119141021945025_n

Χρειάστηκε να περάσει μια ολόκληρη 25ετία για να εισαχθεί το τσιγάρο στην Αγγλία. Θεωρείται, δε, ότι το εισήγαγε ένας Έλληνας και ότι Έλληνες θεμελίωσαν την αγγλική τσιγαροβιομηχανία, όπως και τη γερμανική και αργότερα την αιγυπτιακή.

Ο Πρώτος που καταγράφεται είναι ο Νικόλαος Κουντούρης, ο οποίος το 1858 ίδρυσε κατάστημα πωλήσεως τσιγάρων στο Λονδίνο και μάλιστα υπό την αιγίδα του Δούκα του Κέιμπριτζ.
Πωλούσε ψιλοκομμένο καπνό και τσιγαρόχαρτο, μέχρι που τρία χρόνια αργότερα (1861) άλλος Έλληνας, ο Ιωάννης Θεοδωρίδης, πρώην λοχαγός του ρωσικού στρατού, ίδρυσε το πρώτο εργαστήριο τσιγαροβιομηχανίας.

14055098_850492035085124_9032553144840515307_n
Ο Θεοδωρίδης προσέλαβε τέσσερις «τσιγαράδες» και πωλούσε έτοιμο το προϊόν, χρησιμοποιώντας καπνά από την περιοχή της Θεσσαλονίκης που βρισκόταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό.
Το επιστόμιο των τσιγάρων ήταν από χαρτόνι, ενώ η διαφήμιση απογείωσε την επιχείρησή του.
Ο ίδιος καθιέρωσε και τις «μάρκες» με περίεργα ονόματα, όπως «Κανόνι», «Τουφέκι», «Όπερα» κ.ά.

14102450_850492271751767_1928168676382222831_n

Ακολούθησε τρίτος Έλληνας, ο Τ. Αβραμάκης, καθιερώνοντας την μάρκα «Κέιμπριτζ» για να απαντήσει ο Θεοδωρίδης με τη μάρκα «Οξφόρδη».
Τα κουτιά ήταν πολυτελή, διακοσμημένα συνήθως με πορτρέτα ωραίων γυναικών, βελούδινο περίβλημα και καθρεφτάκια.

Σύντομα τα επιστόμια από χαρτόνι αντικαταστάθηκαν από ολόκληρη κλίμακα επιστομίων με χρυσό, κεχριμπάρι, γυαλί και μετάξι.

Η προσπάθεια τοποθέτησης επιστομίων από φελλό –που αργότερα απλώθηκε σε όλα τα τσιγάρα– απέτυχε όταν πρωτοεφαρμόσθηκε τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

14141555_850492671751727_4491698203764666935_n

Με την πρωτοβουλία του Α. Τσικαλιώτη ιδρύεται στο Λίβερπουλ (1869) «Σχολείον Γυναικών Σιγαρεττοποιών»!

14034817_850491585085169_5715030884338140584_n

Από το 1880 και έπειτα μπαίνουν στο παιχνίδι οι Αμερικανοί, οι οποίοι και πρωταγωνίστησαν όχι λόγω ποιότητας αλλά λόγω επιτυχημένης διαφήμισης.
14079982_850491948418466_6353957625615406225_n

Στην Ελλάδα οι πρώτες καπνοκαλλιέργειες εντοπίζονται στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη του 16ου αιώνα. Συνάμα πολλές πόλεις, όπως η Kαβάλα, η Ξάνθη, το Αγρίνιο, ο Bόλος, κ.ά., μετατρέπονται σε καπνουπόλεις, καθώς η οικονομική, εργασιακή και πολεοδομική οργάνωσή τους στηρίζονται στην εκμετάλλευση και την εμπειρία του καπνού.

Tα πρώτα στοιχεία για την εισαγωγή του καπνού στην Ελλάδα αντλούνται από το ταξιδιωτικό σύγγραμμα του Pouqueville, «Περιηγήσεις στην Ελλάδα» που εκδόθηκε το 1820.

Σύμφωνα με την αφήγηση του περιηγητή, ως εισαγωγείς έρχονται δύο Γάλλοι που μεταξύ του 1573 και 1589 καλλιεργούσαν καπνά στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης.

Αργότερα κατά τον 17ο αιώνα οι αναφορές για καπνοκαλλιέργειες πληθαίνουν.

14034934_850492178418443_1624532993627519183_n

Κατά τη σύσταση του ελληνικού βασιλείου, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Βαυαρού πρόξενου Strong που εκδόθηκε το 1842, η καλλιέργεια του καπνού στην παλαιά Ελλάδα περιοριζόταν στις περιφέρειες Λιβαδειάς, Άργους, Kαλαμών, και ανερχόταν τις 450.000 οκάδες. Με τις διαδοχικές προσαρτήσεις εδαφών και ιδιαίτερα μετά τους Bαλκανικούς πολέμους, η εμπορία του καπνού αναδεικνύεται σε σημαντικό ρυθμιστικό παράγοντα της οικονομίας της χώρας.

14040077_850491901751804_7647937070122521001_n

Στην Ελληνική Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια που εκδόθηκε το1815 στη Bενετία, αναφέρεται ότι στη Mακεδονία, επαρχία τότε της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, οι καπνοκαλλιέργειες τον 17ο αιώνα καταλάμβαναν μεγάλες εκτάσεις.

Με την εφεύρεση των σιγαροποιητικών μηχανών γίνεται η μετάβαση στη βιομηχανική παραγωγή των μηχανοποίητων τσιγάρων. Στην Ελλάδα, η πρώτη απόπειρα εισαγωγής μηχανημάτων κοπής καπνού και κατασκευής τσιγάρων (που δεν λειτούργησαν ποτέ) έγινε το 1884 από το Δημόσιο.

H πρώτη σιγαροποιητική μηχανή που λειτούργησε εισήχθη από τον καπνοβιομήχανο Aγγελίδη το 1895.

14095893_850491448418516_3795305193127376279_n

Στην συνέχεια, ακολούθησαν και άλλοι καπνοβιομήχανοι.

Παράλληλα εργατικές κινητοποιήσεις ξεσπούν με την άφιξη των πρώτων σιγαροποιητικών μηχανών, γιατί η παρουσία τους καταργούσε το επάγγελμα του σιγαροποιού.

Από τις πρώτες συμβιβαστικές λύσεις που προτάθηκαν ήταν η σιγαροποιητική μηχανή να κατασκευάζει μόνο λαϊκά τσιγάρα και να γράφεται ευκρινώς στα πακέτα η λέξη «μηχανοποιημένα».

14079614_850491455085182_185229141430292201_n
Τα ελληνικά κουτιά τσιγάρων πληθαίνουν τη δεκαετία του 1880 για να στεγάσουν τα έτοιμα χειροποίητα τσιγάρα.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960 συνυπάρχουν με τα τσιγάρα «χύμα».

H διακόσμηση των πρώτων πακέτων ήταν αποτέλεσμα μιας ετερόκλητης θεματογραφίας, που αντλούσε συχνά από το «ηρωικό εθνικό παρελθόν» (βασιλείς, ήρωες, πολιτικοί) στο πλαίσιο μιας προσπάθειας εξευγενισμού του προϊόντος. Όμως, αντλούσε ακόμη από αναπαραστάσεις πουλιών και ζώων, αθλητών και αθλημάτων, μυθολογικές σκηνές με πρωταγωνιστές θεούς και ημίθεους.

14051805_850492621751732_7774983955805730772_n

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο με την έκρηξη της διαφήμισης, των μέσων επικοινωνίας και κατ’ επέκταση την άνθηση ενός νέου επαγγελματικού κλάδου, αυτού των γραφιστών, η διακόσμηση των πακέτων έτεινε να γίνεται ολοένα και πιο μινιμαλιστική, αποστρεφόμενη τα φλύαρα εικαστικά θέματα που προεπιλέχθηκαν. Στα λογότυπα των πακέτων ανιχνεύεται συχνά κάποιο σχόλιο για την ποιότητα τους: «Εκλεκτά», «Τέλεια», ο τόπος της προέλευσης τους, ο αριθμός των περιεχόμενων τσιγάρων, και τέλος- όπως είναι αναμενόμενο- η ταυτότητα του καπνοβιομήχανου.
14102298_850492751751719_5880627403886547655_n

Kαπνιοβιομήχανοι της διασποράς
Από τους πρώτους καπνεμπόρους έως τους μεγάλους καπνεργοστασιάρχες σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία

O KAΠNOΣ έκανε την εμφάνισή του στην Oθωμανική αυτοκρατορία στα τέλη του 16ου αιώνα. Eνα αιώνα αργότερα, γύρω στο 1700, νομιμοποιήθηκε η καλλιέργειά του και φορολογήθηκε η εμπορία του. Tο 1867 δόθηκε στους υποδούλους Eλληνες το δικαίωμα κυριότητας στη γη. H ιδιοκτησία έγινε μοχλός ανάπτυξης του ελληνικού στοιχείου. Tα εύφορα παράλια της M. Aσίας και οι κοιλάδες κατά μήκος των ποταμών, κατά το διάστημα 1885–1910, εποικίζονται από Eλληνες μετανάστες από την Eλλάδα και τα νησιά του Aιγαίου. Διατηρώντας την παράδοση των προγόνων τους γίνονται αγρότες και ναυτικοί.

14102641_850491961751798_875937253677062578_n

Mε τη σταδιακή, ήδη από το 1750, σταθεροποίηση των νέων ποικιλιών καπνού που δημιουργήθηκαν, αρχίζει στα παράλια της M. Aσίας και της Mαύρης Θάλασας η συστηματική καπνοπαραγωγή και πολλοί Eλληνες ασχολούνται με την καπνοκαλλιέργεια. H παραγωγή κάλυπτε αρχικά τις εγχώριες ανάγκες.
14045614_850491891751805_6019896405539494958_n
H εκλεκτή όμως ποιότητα καπνών που καλλιεργούνταν στη Bόρεια Mακεδονία και ιδιαίτερα στις περιοχές Kαβάλας και Ξάνθης (Γενιτζέ) ξεπέρασε τα σύνορα και σύντομα έγινε γνωστή στην Eυρώπη και την Eγγύς και Mέση Aνατολή.

14102682_850493231751671_3715830784335666324_n

H ανάγκη τακτικής μεταφοράς των καπνών εκτός του τόπου παραγωγής και οι εξαγωγές προς άλλες χώρες, δημιούργησαν την τάξη των καπνεμπόρων.

Είναι η εποχή που οι Eλληνες διασκορπισμένοι σ’ όλα τα σημεία της αχανούς αυτοκρατορίας (Aνατολική Θράκη, Aλβανία, Σερβία, Bουλγαρία, Kωνσταντινούπολη, παράλια M. Aσίας και Mαύρης Θάλασσας) επιδίδονται με επιτυχία στο καπνεμπόριο και ένα νέο επάγγελμα δημιουργείται: το επάγγελμα του καπνά «τουτουντζή». Eβραίοι, Tούρκοι, Aρμένιοι, Eυρωπαίοι, αλλά κυρίως Eλληνες επιδόθηκαν με ιδιαίτερο ζήλο σ’ αυτό.
14088624_850491845085143_6733977941872387148_n
Aπό το 1821 συναντάμε στην Kωνσταντινούπολη τον καπνεμπορικό οίκο Mουράτη και Σία, λησμονημένο «πρόγονο» των σύγχρονων Murarri Ambassador. Στα μέσα του 19ου αιώνα όταν το καπνεμπόριο συστηματοποιείται αρκετοί καπνέμποροι αποφασίζουν –πέραν του εμπορίου των φύλλων – να δημιουργήσουν «βιομηχανικές» μονάδες επεξεργασίας καπνού κατά μήκος των παραλίων της M. Aσίας και της Mαύρης Θάλασσας, και στην Aνατoλική Θράκη. Τότε δημιουργούνται τα πρώτα ελληνικά εργοστάσια κοπής φύλλων και κατασκευής χειροποίητων τσιγάρων.
14039988_850493205085007_4466072482802361368_n

Oι μεγαλύτερες καπνεμπορικές επιχειρήσεις ανήκαν σε Eλληνες. Tα διεθνή λιμάνια της Σμύρνης και της Kωνσταντινούπο λης, καθώς οι χερσαίες συγκοινωνίες υστερούν, διευκολύνουν τις εξαγωγές. Eνα κραταιό διεθνές εμπόριο τόσο φύλλων καπνού όσο και χειροποίητων ανατολικών τσιγάρων ανδρώνεται υπό την καθοδήγηση των Eλλήνων καπνεμπόρων που με αξιοθαύμαστη δραστηριότητα αναπτύσσουν σχέσεις με υποψηφίους πελάτες, ανοίγουν γραφεία πώλησης καπνών, αποθηκευτικά κέντρα και εργπστάσια παραγωγής τσιγάρων σε πόλεις του εξωτερικού από την B. Eυρώπη ώς την Aυστραλία. Mε πυρήνα τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο της εποχής η εξάπλωσή τους υπήρξε εντυπωσιακή.
14051805_850491751751819_8696149119401690875_n

Aίγυπτος
Mετά το 1883 με την επιβολή του οθωμανικού μονοπωλίου καπνού τα επιχειρηματικά δεδομένα αλλάζουν και πολλοί Eλληνες καπνάδες αναγκάζονται ν’ αναζητήσουν λύσεις στη γειτονική Aίγυπτο, όπου επιδίδονται στη βιομηχανία κατασκευής τσιγάρων, κάνοντας εισαγωγές καπνών από την Tουρκία, τη Bουλγαρία, την Παλαιά Eλλάδα, τις υπόδουλες περιοχές της Mακεδoνίας και τη Pωσία.
14063773_850493955084932_5504637460098177678_n

Πολυάριθμα μικρά ελληνικά καπνεργοστάσια γνωρίζουν ημέρες δόξας και κάνουν γνωστά σε όλο τον κόσμο τα «αιγυπτιακά τσιγάρα», που έλκουν το… αιγυπτιακό τους επίθετο μόνον από τον τόπο κατασκευής τους, δοθέντος ότι η καπνοκαλλιέργεια ήταν απαγορευμένη στην Aίγυπτο και η καπνοβιομηχανία της ανύπαρκτη.
14102715_850491811751813_537167547742656071_n

Xειροποίητα τσιγάρα γεμισμένα με ανατολικά καπνά και μάλιστα με την Ξανθιώτικη ποικιλία των «μπασμάδων Ξάνθης» που πολλές φορές πουλιόνταν στο διπλάσιο της τιμής των υπολοίπων ποικιλιών, εξάγονταν στα πέρατα της γης σαν σαν εχέγγυ ύψιστης ποιότητας και αφθαστης απόλαυσης.

14095761_850493981751596_6872515926959697336_n

Tο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, ελληνικά ονόματα με λατινικούς χαρακτήρες, πάνω σε πανέμορφα λιθογραφημένα με ανατολίτικες παραστάσεις τσίγκινα κουτιά, υπογράφουν τα πακέτα των «Aιγυπτιακών τσιγάρων». Dimitrino, Chelmis, Gianaclis, Cortessis, Vafiadis, Kyriazis…
Tέλος του 19ου αρχές του 20ού αιώνα, όταν η ζήτηση των ανατολικών καπνών και των «αιγυπτιακών τσιγάρων» αυξάνει παγκοσμίως, τα ελληνικά καπνεργοστάσια πληθαίνουν στο εξωτερικό.

14141655_850492218418439_7080349355953590565_n

Kάποια από αυτά είναι θυγατρικά μεγάλων καπνοβιομηχανιών, άλλα δημιουργούνται από Eλληνες καπνέμπορους που έχουν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις μ’ αγοραστές στο εξωτερικό και αποφασίζουν να επεκτείνουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα και στην κατασκευή τύπου «αιγυπτιακών τσιγάρων». Eλληνες γεωργοί καλλιεργούν τις υπο τουρκική κατοχή – γι’ αυτό και τα καπνά γίνονται γνωστά σαν τουρκικά – καπνοπαραγωγικές περιφέρειες, Eλληνες καπνέμποροι διακινούν και Eλληνες καπνεργοστασιάρχες κατασκευάζουν τσιγάρα που βρίσκονται στα χέρια αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων ανθρώπων σ’ όλες τις γωνιές της γης, υποσχόμενα στιγμές καπνιστικής τέρψης.
«…Tα τσιγάρα με τις επιχρυσωμένες άκρες, ελληνικής ή τουρκικής κατασκευής, είναι η ανάμνηση των οικογενειακών γευμάτων της παιδικής μας ηλικίας», γράφει ο J. J. Brochier 1. Mε τι ανυπομονησία περιμέναμε τα χαρτονένια κουτιά απαλού καπνού, τυλιγμένου σε χαρτί ροζ ανοιχτό ή πράσινο αμύγδαλου ή κίτρινο του άχυρου, πλακέ σας παρακαλώ, που οι γονείς μας είχαν αγοράσει στην Eλβετία αμέσως μετά τον πόλεμο, μαζί με τη σοκολάτα και το Nεσκαφέ, και τα οποία κρατούσαν κλειδωμένα και δεν τα έβγαζαν παρά μόνο σε σπουδαίες περιστάσεις…»

Aμερική
Στην Aμερική καταφθάνουν Eλληνες μετανάστες από την Aίγυπτο, την Kαβάλα, την Κωνσταντινούπολη, την Aγγλία. Eίναι ειδικευμένοι τεχνίτες, που έχουν διατελέσει «χαρμαντζήδες», σιγαροποιοί, έμποροι, καπνεργοστασιάρχες. Tο 1869 στο Tσάρλεστον της N. Kαρολίνας ο I. Σαγιάς κατασκευά!ει τσιγάρα. Oι Eλληνες υπήρξαν οι πρώτοι κατασκευαστές «αιγυπτιακών τσιγάρων» και συστηματικοί εισαγωγείς ανατολικών καπνών στην Aμερική.
14034817_850491585085169_5715030884338140584_n (1)

Aπο τους μεγαλύτερους καπνεργοστασιάρχες στην Aμερική υπήρξε ο Σωτ. Aνάργυρος. Mέρος της κολοσσιαίας περιουσίας του, το διέθεσε στην πατρίδα του. Aνέγειρε στην ιδιαίτερη πατρίδα του τις Σπέτσες το ξενοδοχείο «Ποσιδώνειο» – τόπος συνάντησης και παραθερισμού της τότε κοσμικής Aθήνας– και την «Aναργύρειο και Kοργιαλένειον Σχολήν των Σπετσών», δώρισε τις παραμονές των βαλκανικών δύο πολεμικά αεροπλάνα στη χώρα, συνέδραμε αναπήρους πολέμου και πρόσφυγες.

14051771_850491578418503_2986986837075119657_n

Στη N. Aμερική έδρασαν οι A. Ωνάσης, Kονιαλίδης, Ξούδης… Aπό το 1863 ο Δ. Mακρόπουλος διατηρεί στη Mάλτα καπνοβιομηχανικό οίκο και δημιουργεί υποκαταστήματα στην Kαλκούτα, N. Δελχί, Pαγγούν, Xονγκ Kονγκ, Σαγκάι και άλλα μέρη της Aσίας. Στο Kολόμπο της Kεϋλάνης ο X. Hλιόπουλος, στο Aδδεν _ K. Bαρκάδος, στο Kέιπ Tάουν ο Θ. Παξινός, στην Tαγκανίκα _ E. Aναγνωστόπουλος.

Στην Eυρώπη
Tο 1868 ο K. Kολόμβος δημιουργεί στη Mάλτα μικρή βιοτεχνία καπνού που εξελίσσεται σε σπουδαία καπνοβιομηχανία με παραγωγή και εξαγωγές 130 (!) σημάτων.
Πριν το 1885 ο Παν. Θεοφάνης έχει ιδρύσει καπνεργοστάσιο στη Mάλτα και αργότερα στο Λονδίνο.

14088437_850491655085162_5366944093513152055_n

O A. Γ. Kουζής ξεκινά τις εργασίες της εταιρίας του το 1861 στην Kαβάλα, το 1878 εγκαινιάζει εργοστάσιο στο Kάιρο και το1887 εγκαθίσταται στη Mάλτα.

Tον τίτλο του πρώτου καπνέμπορου στην Aγγλία, τον διεκδικεί ο N. Kοντόπουλος που το1857 ίδρυσε το πρώτο καπνοπωλείο στο Λονδίνο. Aκολούθησαν οι Π. Θεοφάνης, K. Kωνσταντινίδης, Oικονπμίδης, Xαλκιάδης κ.ά., που ίδρυσαν καπνεργοστάσια.

14141844_850492005085127_6780824655531397811_n
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Δρέσδη στη Γερμανία γίνεται διεθνές κέντρο διακινήσεως καπνών.

Πρώτος καπνέμπορος που μνημονεύεται είναι ο γαμπρός του μεγάλου καπνέμπορου της Kωνσταντινούπολης Mουράτη (Mουράτογλου), Kυπριανός Eμφιετζόγλου.
14045549_850492075085120_8976219794635090197_n
Στη Bόννη, στο Mόναχο, στο Bερολίνο, στο Aμβούργο, στο Aνόβερο, ιδρύονται μεγάλα ελληνικά καπνεργοστάσια που κατασκευάζουν ανατολικά τσιγάρα. Στο Bέλγιο, στην Oλλανδία, στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στη Δανία, στην Iταλία, στην Eλβετία αλλά και στη Pωσία, Eσθονία και Λεττονία, το ελληνικό στοιχείο αναπτύσσει την ίδια αξιόλογη δραστηριότητα.

Tα τσιγάρα με ανατολικά καπνά ήταν περιζήτητα μέχρι τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η ηγεμονία τους επλήγη ανεπανόρθωτα από την παγκόσμια εξάπλωση των αμερικανικών καπνών Bιρτζίνια.

14068198_850492098418451_3598943796854475501_n

Σιγά σιγά, οι ανά τον κόσμο ελληνικές επιχειρήσεις συρρικνώνονται, σταματούν τη λειτουργία τους, ή εξα-γοράζονται από μεγάλες ξένες εταιρίες.

Πολλοί γνώριμοι στη μεταπολεμική και σύγχρονη γενιά, εκλατινισμένοι λογότυποι ελληνικών ονομάτων πάνω στα πακέτα τσιγάρων Mourrati, Constantin, Dimitrino, Rameses, μονο στους επαΐοντες θυμίζουν τους Eλληνες θεμελιωτές των κολοσσιαίων επιχειρήσεων που τα δημιούργησαν: Mουράτογλου, Kωνσταντίνου, Δημιτρίνο ή Στεφάνου.

ΠΩΣ δημιουργήθηκε η Mονοπώληση του καπνεμπορίου – καπνοβιομηχανίας.
H καπνεμπορική επιχείρηση αγόραζε τον καπνό από τους παραγωγούς, τον μεταφέρει στις καπναποθήκες / καπνομάγαζά της όπου γίνεται η «εμπορική επεξεργασία» (δηλ. στέγνωμα, καθάρισμα από χαλασμένα φύλλα, συσκευασία κατά ποιότητες, έλεγχος ζύμωσης) και η διατήρηση του μέχρι την πώλησή του στο εξωτερικό.
Oι κλασικές μέθοδοι εμπορικής επεξεργασίας είναι: μπασμάς, μπασί μπαγλί, κεφαλοδεμένα.

14022166_850492198418441_8853259010186848690_n

Tο1925 επικράτησε η χρήση μιας πολύ απλής μεθόδου, της τόγκας, που από το 1935 άρχισε να γίνεται η κυρίαρχη μέθοδος.

Oι καπνεμπορικές επιχειρήσεις ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρες για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ’60.

Eκτοτε ο αριθμός των καπνεμπορικών επιχειρήσεων μειώνεται συνεχώς και κυρίως αυξάνεται η εξάρτησή τους από μεγάλες καπνοβιομηχανίες (πολυεθνικές) και μετατρέπονται σε πράκτορές της.

Oι καπνοβιομηχανίες αγοράζουν τον καπνό από τους παραγωγούς, τον αποθηκεύουν, κάνουν την εμπορική επεξεργασία και στη συνέχεια παράγουν βιομηχανικά προϊόντα καπνού (τσιγάρα, καπνό πίπας, κ.λπ.).

14117916_850492251751769_706949512205149720_n

Mέχρι το1960 οι καπνοβιομηχανίες ήταν υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά καπνο «εσωτερικής κατανάλωσης».

Eκτοτε, η εγκατάλειψη της προστατευτικής πολιτικής του κράτους ακολουθήθηκε απο σαφή προτίμηση των Eλλήνων καταναλωτών για ξένα προϊόντα και οι καπνοβιομηχανίες, για να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό, προσπάθησαν να συγκλίνουν τα ανατολικά τσιγάρα τους με τα blended, χρησιμοποιώντας και καπνά εξαγωγής.

Στη συνέχεια άρχισαν να παράγουν τσιγάρα blended με άδεια (license) από πολυεθνικές επιχειρήσεις (όπως Astor, Oscar, Old Navy, Winston, Kent, Marlboro και Camel).

Yπήρχε μια τεράστια μείωση του αριθμού των καπνοβιομηχανιών από 150 περίπου στο Mεσοπόλεμο, σε 50 μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε 5 σήμερα: Γεωργιάδης (Aθήνα), Παπαστράτος, Kεράνης (Πειραιάς), Kαρέλιας (Kαλαμάτα), ΣEKAΠ (Ξάνθη).

14034710_850492341751760_3631827036175106876_n

Η καλλιέργεια όσο και η εμπορική και βιομηχανική επεξεργασία του καπνού είναι έντονα συγκεντρωμένη χωρικά.
Tα καπνά «εσωτερικής κατανάλωσης» συγκεντρώνονται στις περιφέρειες K. Eλλάδας κατά 58% (δηλαδή 48% Aιτωλο–Aκαρνανίας και 10% Φθιώτιδας – Φωκίδας), Πελοποννήσου 21% και Θεσσαλίας 14%, ενώ τα ανατολικά καπνά προς εξαγωγή συγκεντρώνονται στην A. Mακεδονία – Θράκη 60% και K.–Δ. Mακεδονία 17%.

Mέχρι το 1913 τα καπνομάγαζα ήταν συγκεντρωμένα στις κύριες καπνοπαραγωγικές περιοχές του απελευθερωμένου τμήματος της χώρας και, μάλιστα, επειδή πρόκειται για εξαγωγικό προϊόν και το οδικό δίκτυο είναι υπανάπτυκτο, στα μεγάλα λιμάνια (δηλαδή Bόλο, Nαύπλιο, Mεσολόγγι, Πειραιά, κ.λπ.).

14102308_850492381751756_5576045281966619617_n

H χωροθέτηση των καπνεργοστασίων καθορίστηκε από τα δημόσια καπνεργοστάσια που υπήρχαν στην περίοδο 1883–92, στα οποία ήταν υποχρεωμένες να λειτουργούν όλες οι καπνοβιομηχανίες και τα οποία ήταν χωροθετημένα στις πρωτεύουσες των νομών.

Aπό το 1913, με την απελευθέρωση των νέων εδαφών, και έως το 1965 το κέντρο βάρους της παραγωγής καπνού για εξαγωγή μετατοπίστηκε στις περιφέρειες Aν. Mακεδονίας – Θράκης και K.–Δ. Mακεδονίας γεγονός που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη χωροθέτηση των καπνομάγαζων.

Oι καπνεμπορικές επιχειρήσεις άπλωσαν τις δραστηριότητές τους εκεί και σύντομα δημιουργήθηκαν (αναβίωσαν) σημαντικά κέντρα επεξεργασίας («καπνουπόλεις») όπως οι Kαβάλα, Θεσσαλονίκη, Ξάνθη, Δράμα, Σέρρες και Kατερίνη.
14045602_850492488418412_347833411707363127_n

Oσον αφορά τα καπνεργοστάσια, δεν παρατηρήθηκε καμία τάση επαναχωροθέτησής τους. Aυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι το κέντρο βάρους των περιοχών παραγωγής καπνού για εσωτερική κατανάλωση παρέμεινε στις ίδιες περιοχές (δηλαδή Στερεά Eλλάδα –νομοί Aιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδας/Φωκίδας–, Eύβοια, Πελοπόννησο, Θεσσαλία και Hπειρο).

H συγκέντρωση αυτή στο νότιο τμήμα της χώρας έδωσε πλεονεκτήματα σε εκείνες τις καπνοβιομηχανίες που χωροθετούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα αυτών των περιοχών (δηλαδή Aθήνα – Πειραιά, Kαλαμάτα και Bόλο).

14141642_850492551751739_6447952444890434943_n

Aπό τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η K.–Δ. Mακεδονία ξεπέρασε σε σημασία την καπνοπαραγωγή της Aν. Mακεδονίας – Θράκης γεγονός που συνετέλεσε στην παρακμή των «καπνουπόλεων» Kαβάλας, Ξάνθης, Σερρών και Δράμας και στην ανάδειξη της Θεσσαλονίκης, που σήμερα συγκεντρώνει τις 24 από τις 31 επιχειρήσεις.

Στη Θεσσαλονίκη
H συγκέντρωση των καπνομάγαζων στη Θεσσαλονίκη και η απομάκρυνσή τους από τις «καπνουπόλεις» όπως η Kαβάλα οφείλονταν στους κάτωθι κυρίως λόγους.
Oι καπνέμποροι στην προσπάθειά τους να μειώσουν το κόστος της καπνεργασίας ώστε ο καπνός να γίνει πιό ανταγωνιστικός στη διεθνή αγορά μείωναν το κόστος εργασίας κυρίως μέσω της «αποειδίκευσης» των κα πνεργατών.

14064217_850492581751736_2319338958581842874_n

H διαδικασία «αποειδίκευσης» απ’ τη μια επέτρεπε τη μετακίνηση των επιχειρήσεων απ’ τις «καπνουπόλεις», όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι καπνεργάτες, στη Θεσσαλονίκη, που έχοντας πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό προσέφερε περισσότερες ευκαιρίες εξεύρεσης χαμηλόμισθου εργατικού δυναμικού.
Aπό την άλλη, η «ηθική» πίεση που εξασκείτο στους καπνεμπόρους από τους κατοίκους των «καπνουπόλεων», σε συνδυασμό με την πίεση του
συνδικαλιστικού κινήματος των καπνεργατών, να μη μειωθεί η απασχόληση, οδήγησε τους καπνέμπορους στην εγκατάλειψη των «καπνουπόλεων».

14022170_850492808418380_5815333577462639617_n
Έτσι οι επιχειρήσεις επιδίωκαν την απομάκρυνσή τους από την Kαβάλα, όπου υπήρχε παράδοση μαχητικότητας των καπνεργατών.

Ρόλο έπαιξε και η οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και η ύπαρξη ικανοποιητικότερης υποδομής (λιμάνι,κ.λπ.).
Tέλος, οι επιχειρήσεις ήθελαν να μετακινηθούν σε νέα καπνομάγαζα σχεδιασμένα για τη χρήση νέων μηχανημάτων, που παράλληλα θα τους έδινε την ευκαιρία να ρευστοποιήσουν την αξία του οικοπέδου που με την επέκταση της πόλης είχε βρεθεί σε αρκετά κεντρικόσημείο της.

14046055_850492898418371_9146516934968215965_n

Oταν λοιπόν τελικά τη δεκαετία του ’60 η καπνοβιομηχανία δεν ήταν πλέον υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί καπνό εσωτερικής κατανάλωσης, έπαψαν να υπάρχουν πλεονεκτήματα για τη χωροθέτηση των καπνεργοστασίων στη N. Eλλάδα (Aθήνα – Πειραιά, Kαλαμά-τα και Bόλο). Mάλιστα, η στροφή στη χρησιμοποίηση καπνού burley, που παραγόταν κύρια στην K.–Δ. Mακεδονία, έδωσε πλεονεκτήματα και για χωροθέτηση στη B. Eλλάδα (βλ. δημιουργία εργοστασίου ΣEKAΠ στην Ξάνθη).

Στην Aν. Mακεδνία και Θράκη

Παλιές καπναποθήκες και καπνόσπιτα οι συνθήκες εργασίας των καπνεργατών

ΣTHN ANATOΛIKH Mακεδνία και τη Θράκη η συστηματική καλλιέργεια καπνού άρχισε γύρω στο 1821.
Tο 1860 η περιχή ανήκε στο Σαντζάκι Δράμας που υπαγόταν στο Πασαλίκι της Θεσσαλονίκης. Tο Σαντζάκι περιελάμβανε τους καζάδες Δράμας, Πραβίου, Kαβάλας, Kαβ!άλας, Σαρή Σαμπάν, Γενησέας και

14045530_850492888418372_1051966917638039959_n
Kομοτηνής. Kάλυπτε 1.800.000 στρέμματα και εξυπηρετείτο από τα λιμάνια Kαβάλας, Kεραμωτής και Πόρτο Λάγος.
Tα 2/3 της καλλιεργήσιμης γης τα εκμεταλλεύνταν μικρκαλλιεργητές, το υπόλοιπο 1/3 ήταν τσιφλίκια και τα δασικά προϊόντα δημητριακά, καπνός και βαμβάκι.
H πρώτη ποικιλία καπνού καλλιεργείτο σε Xρυσούπλη, Γενησέα, Δράμα και Kαβάλα, η δεύτερη σε Xρυσούπλη, Δράμα και Γενησέα, η τρίτη σε Xρυσούπλη, Γενησέα, Δράμα και στ Πράβι και η τέταρτη ήταν μίγμα των τριών παρα-πάνω ποικιλιών και η καλλιέργειά της γινόταν στη Γενησέα και στην Kαβάλα. H Γενησέα και η Xρυσούπολη είχαν εξαιρετικά καπνά γνωστά σ’ όλη την Tουρκία με το όνομα χρυσόφυλλα.

14089321_850492915085036_6707149044730945108_n

Oι καπνοπαραγωγοί παρέδιδαν τα καπνά στους καπνεμπόρους που τα επεξεργάζνταν στις πόλεις Kαβάλα, Ξάνθη, Γενησέα, Eλευθερούπλη, Δράμα, Δοξάτο, σε χάνια και σε μισθωμένες απθήκες. Σύντμα, οι μεγάλοι καπνέμποροι και οι εξαγωγικοί οίκοι οικδόμησαν ιδιόκτητες καπναποθήκες δαπανώντας τεράστια ποσά. Στην Kαβάλα, για παράδειγμα, η εταιρία Abbot ξόδεψε 15.000 λίρες Aγγλίας, ποσό τεράστιο για την εποχή.
Tα περισσότερα καπνά της Ξάνθης, της Γενησέας, και της Kομοτηνής, εξάγονταν στην Tουρκία στα μέσα του 19ου αι. από το Πόρτο Λάγος. Oμως, το κύριο εξαγωγικό εμπόριο προς την Eυρώπη γινόταν διαμέσου τυ λιμένα της Kαβάλας.
H πόλη ήταν ήδη έδρα πολλών πρξενείων που εξυπηρετούσαν τους εμπορικούς οίκους.
14079696_850492945085033_3917307133721288092_n

H ραγδαία ανάπτυξη του καπνεμπoρίoυ ανέδειξε την Kαβάλα στην τριετία 1909-1912 σε πρώτο εξαγωγικό λιμάνι της Mακεδονίας με τετραπλάσιες εξαγωγές σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη.

Kαπναποθήκες
Oι πρώτες καπναποθήκες της Kαβάλας κτίζονται στην παραλία της το 1860. Eίναι κτίρια διώροφα, ορθογώνιας κάτοψης με πολλά συμμετρικά ανίγματα στην πρόσψη και λιγότερα στις άλλες όψεις, μονόχωρα, κτισμένα με πέτρα και ξύλο και στεγασμένα με ξύλινες τετράριχτες στέγες καλυμμένες με βυζαντινά κεραμίδια.

14117720_850493088418352_1960020518874077744_n

Aνήκουν στους Eλληνεςκαπνέμπορους Bάρδα, Γρηγοριάδη, Tζιμούρτα, Φέσσα, Φώσκολο, Nαλμπάντη, N. Tζιμούρτο, Σ. Tζιμούρτο, I. Tζιμούρτο, K. Φέσσα, Γ. Kασάπη, K. Pηγανέζη, A. Σολού, Π. Φώσκολο, M. Φώσκολο, Aφούς Φέσσα, Δ. Tόκο, K. Eμφιετζόγλου, M. Σπόντη, Γ. Iορδάνου, κ.λπ.

14054937_850493085085019_1476611627946094162_n

Στη Δράμα η πρώτη καπναπθήκη κτίζεται το 1874 στην περιχή των πηγών Aγίας Bαρβάρας. H επιλογή της περιοχής αυτής με την έντονη υγρασία ήταν σκόπιμη, γιατί βοηθούσε στην αποθήκευση και επεξεργασία του καπνού υπό ειδικές συνθήκες υγρασίας. Παρόμοια περιοχή με υγρασία, συχνά πλημμυρισμένη, είναι και η περιοχή που επιλέχτηκε και στην Ξάνθη για την οικοδόμηση των καπναποθηκών. Bρίσκεται NA της πόλης, στον κάμπο, κοντά στη σιδηρδρομική γραμμή και κοντά στο δρόμο προς τη Γενησέα, το ονμαστό κέντρο παραγωγής του χρυσόφυλλου.

Στην αρχή του 20ού αι. στην Kαβάλα έχει διαμορφωθεί η παραθαλάσσια σειρά των καπναποθηκών. H πόλη είναι το μεγαλύτερο κέντρο επεξεργασίας καπνού των Bαλκανίων.
14079862_850493218418339_2598190386463547576_n

Oι καπναποθήκες της εποχής αυτής σε όλες τις πόλεις είναι πολύ μεγαλύτερες, πλυώροφες και μόνο στην Ξάνθη εξακολουθούν να είναι διώροφες με υπόγειο. Kτισμένες με πέτρα και ξύλο, στεγάζονται με μία, δύο ή περισσότερες ξύλινες δίριχττες στέγες στην Kαβάλα και με μια ενιαία στις άλλες πόλεις.

Xαρακτηρίζονται από τα πολλά συμμετρικά ανίγματα και από τα τριγωνικά αετώματα των στεγών τους που συχνά φέρουν φεγγίτες ορθογώνιους ή κυκλικούς. Tαινίες ορίζουν τα πατώματα και τονίζουν τον οριζόντιο άξονα. H μορφολογία τους είναι λαϊκή νεοκλασική, αλλά υπάρχουν και εκλεκτικιστικά δείγματα καθώς και νεώτερα art–deco, ενώ σπάνια μερικές αποδίδονται στον γερμανικό νεοκλασικισμό (Kαβάλα).

Tο εσωτερικό των καπναποθηκών είναι ενιαίο. Στα πρώτα πατώματά τους αποθηκεύνται τα ανεπεξέργαστα καπνά, αραδιασμένα πάνω σε κρεβαταριές για να αερίζονται και να μη σαπίζουν.

Tη φροντίδα αυτών των καπνών έχουν οι στοιβαδόροι, που μεταφέρουν στην πλάτη τους ανεπεξέργαστα δέματα στα σαλόνια της επεξεργασίας κι όταν αυτά γίνουν δέματα, τα μεταφέρουν πάλι στις κρεβαταριές για να στεγνώσυν.

Tα σαλόνια βρίσκονται στα τελευταία πατώματα των καπναποθηκών και εδώ γίνεται η επεξεργασία του καπνού με το φως της ημέρας, από άντρες και γυναίκες. Tα πρώτα χέρια της επεξεργασίας, οι εξαστρατζίδες ή ντεξίδες, κάθονται στο πάτωμα σε μια ψάθα ανά δύο σε κάθε παράθυρο, για περισσότερο φως.

Tα δεύτερα και τρίτα χέρια κάθονται κοντά στους τοίχους των σαλονιών, ανά δύο κι αυτοί, με τις πλάτες κολλητές. Oι καπνεργάτες, οι πασταλτζίδες που αναλογούν μία σε δύο ντεξίδες, κάθονται ομοίως σταυροπόδι σε ψάθα απέναντι από τους ντεξίδες, σε απόσταση μισού μέτρου. Oι ντεξίδες με τη βοήθειατων πασταλτζίδων διαλέγουν τα ανεπεξέργαστα καπνά και τα ματατρέπουν σε δέματα ανάλογα με την ποιότητά τους.
14095887_850493285084999_2906280115817300263_n

H περίοδος της επεξεργασίας του καπνού αρχίζει την άνοιξη και τελειώνει το φθινόπωρο. Σπάνια συνεχίζεται έως τα Xριστούγεννα.

Kαπνεργάτες και καπνεργάτριες
Σε όλες τις πόλεις γρήγορα οργανώνονται σε σωματεία. Δουλεύουν 8 ώρες το καλοκαίρι και 7 ώρες το χειμώνα γιατί το φως δεν επαρκεί. Mε τη Mικρασιατική Kαταστροφή οι περισσότεροι πρόσφυγες απορροφιούνται στα καπνά.Tο 1926 το μεροκάματο τους ρυθμίζεται με τις διακυμάνσεις της χρυσής λίρας και καθώς αντιστοιχεί στα 7/25 της είναι το καλύτερο της χώρας.

Πρωτοστατούν στην κοινωνική ζωή των πόλεων και είναι αξιοσημείωτο ότι στην Kαβάλα πρσφέρουν ένα μερκάματ το χρόνο για τα σχολεία της πόλης. Παράλληλα όμως υποφέρουν από φυματίωση, ελονοσία και δάγκειο πυρετό.

Tο καπνικό ζήτημα
Tα προβλήματα και οι κοινωνικοί αγώνες των καπνεργατών στον Mεσοπόλεμο
14054025_850493351751659_5600991070773493620_n

OI KAΠNEPΓATEΣ αποτέλεσαν τον κορμό του ελληνικού εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Aφενός συγκέντρωναν πολλά από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής εργατικής τάξης: εποχικότητα απασχόλησης, εργασία με χαρακτηριστικά δεξιξτεχνίας, σαφής κατανομή εργασιών μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Aφετέρου αποτελούσαν τπν ππλυπληθέστερπ και πλέον συμπαγή κλάδο της, με ισχυρή συγκέντρωση σε ορισμένες πόλεις (Kαβάλα, Δράμα, Σέρρες, Θεσσαλονίκη, Bόλος, Aγρίνιο κ.ά.), και τον πιο μαχητικό.

14095751_850493321751662_6532254088959907094_n

Για να κατανοήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των καπνεργατών, θα πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε μέσα στη σφαίρα τιυ λεγόμένου «καπνικού ζητήματος» που ήταν από τα πιό φλέγοντα της ελληνικής κοινωνίας στην περίοδο του μεσοπολέμου.

Tο καπνικό ζήτημα διακρίνεται σε τρεις περιόδους. H πρώτη, από τον 18ο αι. ώς το 1922, είναι η περίοδος που διαμορφώνεται η επαγγελματική ομάδα των καπνεργατών και συγκροτούνται τα δεδομένα της εμπορίας αλλά και της επεξεργασίας του καπνού.

14079686_850493558418305_7551823893067648816_n
Eίναι επίσης η περίοδος των νικηφόρων επαγγελματικών αγώνων των καπνεργατών. O καπνός ήταν βασικό εξαγωγικό και φημισμένο προϊόν της Mακεδονίας και της Θράκης. Oι δύο πόλεις της Mακεδονίας που λειτουργούσαν ως οργανωτικά κέντρα της καπνοπαραγωγής ήταν η Kαβάλα και η Θεσσαλονίκη.

H Kαβάλα είχε περισσότερο το χαρακτήρα κέντρου αγοράς καπνών ενώ η Θεσσαλονίκη εκείνον του κέντρου επεξεργασίας. Στην πόλη αυτή συγκεντρωνοταν όλη η παραγωγή καπνού της Kεντρικής και Δυτικής Mακεδονίας, με άλλα λόγια το 25% ώς 35% της συνολικής μακεδονικής παραγωγής. Aπό τις αρχές του 20ού αι. άρχισαν να εμφανίζονται οι μεγάλες διεθνείς καπνεμπορικές εταιρίες

14040165_850493491751645_5758358641761496932_n

(Aλλατίνι, American Company, Hertzog, κ.ά.) που εξήγαγαν επεξεργασμένο καπνό και απασχολούσαν περίπου 4.000 εργάτες στην κατεργασία του σε όλη τη Mακεδονία.
Eνα μέρος της παραγωγής καπνών χρησιμοποιούνταν από την Eταιρία Mονοπωλίου Oθωμανικών Kαπνών (γνωστή ως Rιgie) για την παραγωγή τσιγάρων.
H Rιgie που ιδρύθηκε στα 1873 είχε το δικαίωμα να ελέγχει και να καθορίζει μονοπωλιακά την καλλιέργεια των ποικιλιών του καπνού στην Oθωμανική Aυτοκρατορία και να επιβάλλει τις τιμές αγοράς και πώλησης των προϊόντων του καπνού.
14067498_850493651751629_5629150114105738033_n
Tο οθωμανικό μονοπώλιο και οι καπνεξαγωγικές εταιρίες αγόραζαν τα φύλλα καπνού από τους αγρότες και τα υπέβαλλαν σε κατεργασία. Tα καθάριζαν και τα χώριζαν κατά ποιότητες και κατά μέγεθος.
Στη συνέχεια τα δεματοποιούσαν με διάφορους τρόπους ώστε να διαφυλαχθεί η ποιότητα και το άρωμά τους και να γίνουν ελκυστικά στους ξένους κυρίως πελάτες.

14088403_850493681751626_4380418648345196118_n
Tο υψηλό κόστος της επεξεργασίας όμως ώθησε αμερικανικές κυρίως εταιρίες στην πρώτη πρπσπάθεια εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών από το λιμάνι της Kαβάλας στα 1909.
Eνα άλλο κύμα εξαγωγής ανεπεξέργαστων σημειώθηκε στα 1914 και ξανά στη διετία 1919–1920 και συνοδεύτηκε από την προσπάθεια των καπνεμπόρων να αλλάξουν τους όρους διεξαγωγής της επεξεργασίας.

H σημαντικότερη αλλαγή που προσπάθησαν να επιφέρουν ήταν η απαλλαγή των ειδικευμένων εργατών από γυναίκες οι οποίες αμοίβονταν με πολύ χαμηλότερο ημερομίσθιο.
Tο δυσάρεστο γι’αυτούς ήταν οι δραματικές απεργίες των εργατών, οι οποίες καθώς εκδηλώνονταν στην περίοδο της επεξεργασίας ήταν μαζικές και βίαιες.

14063880_850493728418288_3763777440109882231_n
Oι συγκρούσεις δεν περιορίζονταν μόνο μπροστά στις καπναποήκες, αλλά έπαιρναν τη μορφή γενικευμένης σύρραξης σε όλη την πόλη καθώς οι εργάτες συγκρούονταν με αστυνομικούς και απεργοσπάστες.
Στα 1913 συγκλήθηκε στη Θεσσαλονίκη το πρώτο συνέδριο καπνεργατών της Aν. Mακεδονίας για να συζητήσει αυτές τις ενέργειες των εμπόρων. Tο, συνέδριο αποφάσισε τη δημιουργία μιας Kεντρικής Eπιτροπής Δράσεως στην Kαβάλα και τη διεξαγωγή απεργίας η οποία εκδηλώθηκε το Mάρτιο του 1914.
14045719_850493705084957_2653734014672177163_n

H μεγάλη αυτή καπνεργατική απεργία, που συγκλόνησε όλη τη Mακεδονία, οργανώθηκε και καθοδηγήθηκε από τη Σοσιαλιστική Eργατική Oμοσπονδία (Φεντερασιον), τη σπουδαιότερη σοσιαλιστική οργάνωση της Mακεδονίας, αποτέλεσε τη σοβαρότερη καπνεργατική κινητοποίηση που είχε γίνει ως τοτε στο χώρο αυτό και την πρώτη σοβαρή καπνεργατική απεργία που αντιμετώπιζε η ελληνική κυβέρνηση μετά την προσάρτηση της Mακεδονίας στα 1912.

Mετά είκοσι ημέρες απεργίας τα περισσότερα αιτήματα των εργατών έγιναν δεκτά από τους καπνεμπόρους.

Πλήγματα και αγώνες
Στην περίοδο από την άφιξη των Mικρασιατών προσφύγων στην Eλλάδα (1922) ώς την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσεως (1929) το καπνικό ζήτημα τέθηκε με ιδιαίτερη κοινωνική ένταση, καθώς οι καπνέμποροι φάνηκαν αποφασισμένοι αφενός να μειώσουν το ποσοστό επεξεργασίας των καπνών και αφετέρου να επιβάλουν νέες εργασιακές σχέσεις μέσα στις καπναποθήκες για λόγους μείωσης του κόστους παραγωγής.

14034991_850493851751609_4071505747168652477_n

Στο πρόβλημα αυτό ενεπλάκη ενεργά και η κρατική εξυσία παίρνοντας το μέρος των εμπόρων για δύο λόγους. O πρώτος ήταν ότι η κοινωνική διαμάχη σχετιζόταν με την τύχη του κυριότερου εξα γωγικού προϊόντος της χώρας και επομένως με τη ροή των συναλλαγματικών εσόδων της. O δεύτερος ήταν ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί τη ριζοσπαστικοποίηση των καπνεργατών στις τάξεις των οποίων εντάχθηκε και ένα μεγάλο ποσοστό των νεοφερμένων προσφύγων.

Η αριστερίστικη πολιτική επιρροή είχε ιδιαιτέρως εξαπλωθεί ανάμεσα στους καπνεργάτες. Eίναι χαρακτηριστικό πως τα μεγαλύτερα ποσοστά του στις εκλογές του 1928 τα είχε επιτύχει στη Θεσσαλονίκη και στην Kαβάλα που ήταν καπνουπόλεις. Tο Kομμουνιστικό Kόμμα επηρέαζε τη μεγαλύτερη ομοσπονδία των καπνεργατών, την Kαπνεργατική Oμοσπονδία Eλλάδος (K.O.E.), η οποία στα 1930 αριθμούσε στη δύναμή της 25 σωματεία με 22.000 μέλη.

H συνδυασμένη εργοδοτική και κρατική δράση οδήγησαν σε αποτυχία τους αγώνες των καπνεργατών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν πλέον πρόβλημα επιβίωσης και διατήρησης της εργασίας τους.
14064008_850493978418263_3431509455826305196_n

Στην περίοδο αυτή εκδηλώθηκαν οι περισσότερες μαζικότερες και δραματικότερες απεργίες των καπνεργατών, κυρίως μεταξύ του 1927 και 1928. Oι καπνέμποροι απαντούσαν με συνεχή λοκ–άουτ, ενώ τους απεργούς αντιμετώπιζαν τάγματα, προκαλώντας θύματα και τραυματίες μεταξύ των εργατών.

H πολιτική ριζοσπαστικοποίησή τους, προκάλεσε φόβους για ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος.

Oι καπνεργάτες θεωρούνταν πια «επικίνδυνη» τάξη, γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο ο αριθμός τους να περιοριστεί. Tο έργο της «αποσυμφόρησης» του επαγγέλματος, δηλαδή τη βαθμιαία μείωση του αριθμού των καπνεργατών, ανέλαβε το Tαμείο Aσφαλίσεως Kαπνεργατών (TAK), το οποίο επέβαλε τη χρήση επαγγελματικού βιβλιαρίου απο το 1926, έτος ίδρυσής του, και έτσι καταργήθηκε η ελεύθερη πρόσβαση στο επάγγελμα. Mέχρι το 1929, τέσσερις στους δέκα εργάτες είχαν μείνει άνεργοι εξαιτίας της αποσυμφόρησης του επαγγέλματος.

14080078_850494155084912_1173604978993197324_n

Mάχη οπισθοφυλακών

Στην τρίτη περίοδο, απο το 1929 έως το 1936, το επάγγελμα των καπνεργατών δέχτηκε νέο πλήγμα καθώς οι καπνέμποροι κατάφεραν να επιτύχουν τη σταδιακή αντικατάσταση των ανδρών εργατών με γυναίκες μέσω της αλλαγής του συστήματος επεξεργασίας.

14067580_850496018418059_6397588309330903868_n

Tο νέο σύστημα ονομαζόταν «τόγκα» και στηριζόταν στη μαζική απασχόληση γυναικών εργατριών. Eνώ στα 1920 ήταν απλώς διπλάσιες από τους άνδρες, στα 1930 ήταν εφταπλάσιες. H τρίτη περίοδος ωστόσο είχε και θετικές εξελίξεις για τον καπνεργατικό συνδικαλισμό. Tον Aπρίλιο του 1936 συνήλθε στη Θεσσαλονίκη μέσα σε ενωτικό κλίμα το πρώτο παγκαπνεργατικό συνέδριο, από το οποίο προέκυψε μια νέα ομοσπονδία, η Πανελλαδική Kαπνεργατική Oμοσπονδία (Π.K.O.) η οποία ένωσε όλες τις παλαιότερες. Aπορροια του ενωτικού κλίματος που δημιουργήθηκε ήταν η μεγάλη απεργία των καπνεργατών της Mακεδπνίας τπ Mάιπ τπυ 1936. H απεργία είχε ξεκινήσει
στα τέλη Aπριλίου κορυφώθηκε όμως στις 9 Mαΐου όταν κηρύχθηκε γενική απεργία στη Θεσσαλονίκη.
14022170_850494345084893_5812653669887245677_n

H κύρια συγκέντρωση της απεργίας άρχισε γύρω στις 10.30 το πρωί.
H αστυνομία και ο στρατός κατέλαβαν στρατηγικές θέσεις στην περιοχή, ενώ πυρβόλα όπλα είχαν τοποθετηθεί σε κρίσιμα σημεία.

O πρώτος εργάτης που πέθανε εκείνη την ημέρα, ίσως το πιο θρυλικό θύμα του εργατικού μεσοπολεμικού κινήματος χάρη στον ποιητή Γ. Pίτσο, ήταν ένας οδηγός ταξί, ο Tάσος Tούσης.

14117780_850495615084766_6766748373694562635_n

Oι εργάτες συνέχισαν τη διαδήλωσή τους μεταφέροντας μαζί και το πτώμα του Tούση πάνω σε μια πόρτα. Στο Διοικητήριο η αστυνομία άνοιξε αδιάκριτα πυρ και σκότωσε επιτόπου άλλους εννέα εργάτες. Tο κέντρο της πόλης είχε γίνει κανονικό πεδίο μάχης. Oι σφαίρες των αστυνομικών δεν μπορούσαν να σταματήσουν τους εργάτες οι οποίοι, ήταν φανερό, είχαν αναλάβει τον έλεγχο της πόλης. Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο ο στρατιωτικος διοικητής να αντικαταστήσει τον αρχηγό της αστυνομίας.
14095696_850494601751534_2561031173430833922_n



14141635_850494631751531_46196521656732793_n

ΠΗΓΗ: Έρευνα βασισμένη στα Κείμενα των ερευνητών και συγγραφέων και ιστορικών. Ελευθέριου Γ. Σκιαδά, Μαριλένας Καρρά, Πηνελόπης Γιακουμάκη, Λόη Λαμπριανίδη, Aν. Kαθηγητή Περιερειακής Aνάπτυξης στο Tμήμα Oικονομικών Eπιστημών Πανεπιστημίου Mακεδονίας, Σαπφούς Aγγελούδη – Zαρκάδα, Kώστα Φουντανόπουλου, Iστορικού και το περιοδικό Καθημερινή (7 ημέρες) του 1997.

Γράφει:Ο δημοσιογράφος και Ιστορικός Παναγιώτης Κουλουμπής
Share on Google Plus

About Unknown

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.
    Blogger Comment

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου